ἰκμαλέος


ἰκμαλέος
ἰκμαλέος, feucht, naß

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ικμαλέος — ἰκμαλέος, α, ον (Α) 1. υγρός, νοτερός 2. (για το ήπαρ) αυτός που είναι γεμάτος υγρό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰκμάς + επίθημα αλέος* (πρβλ. βραγχ αλέος, διψ αλέος)] …   Dictionary of Greek

  • ἰκμαλέω — ἰκμαλέος damp masc/neut nom/voc/acc dual ἰκμαλέος damp masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμαλέη — ἰκμαλέος damp fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμαλέην — ἰκμαλέος damp fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμαλέης — ἰκμαλέος damp fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμαλέοιο — ἰκμαλέος damp masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμαλέοις — ἰκμαλέος damp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμαλέοισι — ἰκμαλέος damp masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμαλέοισιν — ἰκμαλέος damp masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμαλέους — ἰκμαλέος damp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμαλέῃ — ἰκμαλέος damp fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.